Συσπείρωση

Το Μάαστριχτ και οι φλεβοτόμοι του Μεσαίωνα

13/12/2016

Συντάκτης: Γιώργος Τσιάρας

Μαύρη επέτειος σήμερα, καθώς συμπληρώνεται ένα τέταρτο του αιώνα από την αποφράδα εκείνη ημέρα όταν οι δώδεκα –ακόμη– ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης συμφώνησαν στις βασικές αρχές της Συνθήκης του Μάαστριχτ, που με τη σειρά της άνοιξε τον δρόμο για την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, δέκα χρόνια αργότερα.

Και μόνο το γεγονός ότι την Ελλάδα εκπροσώπησε ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ίσως ο πιο διακεκριμένος πολιτικός γκαντεμόσαυρος της νεότερης ελληνικής ιστορίας, θα έπρεπε να μας είχε προϊδεάσει για τις μελλοντικές συνέπειες της συγκεκριμένης συμφωνίας, που μας έβαλε στο χρυσό κλουβί του ευρώ και έβαλε τα θεμέλια για τη σημερινή μας εθνική τραγωδία.

Τότε, όμως, κανείς σχεδόν –με εξαίρεση μια χούφτα λαμπρούς οικονομολόγους, προφήτες κακών- δεν καταλάβαινε το βάρος της συγκεκριμένης υπογραφής για τις επόμενες γενιές, τόσο στις πιο αδύναμες χώρες, όσο και μεταξύ των φτωχότερων στρωμάτων στις πλουσιότερες. Ολοι, βλέπετε, κοιτούσαν το τυρί, το δέντρο με τα πεντακοσάευρα και κανείς δεν είδε τη φάκα.

Η αλήθεια είναι πως, στα λόγια τουλάχιστον, το «κομπρεμί» του Μάαστριχτ φάνταζε ειδυλλιακό.

Έχοντας να αντιμετωπίσει ένα εντελώς διαφορετικό, μεταψυχροπολεμικό πλέον παγκόσμιο σκηνικό, με το Ανατολικό Μπλοκ και την ίδια την ΕΣΣΔ να καταρρέουν και τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν πρόθυμα τον ρόλο του παγκόσμιου «σερίφη» ως μόνη υπερδύναμη, ξεκινώντας το θεάρεστο αυτό έργο τους με μια περιποιημένη εισβολή στο Κουβέιτ και το Ιράκ, το «βενζινάδικο του πλανήτη», η Ευρώπη ήταν υποχρεωμένη να «επανεφεύρει» τον εαυτό της και να σταθεί, υποτίθεται, στα πόδια της ως ανεξάρτητη δύναμη.

Ο κινητήριος μοχλός της τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, οι ιστορικοί ηγέτες του «γαλλογερμανικού άξονα», Φρανσουά Μιτεράν και Χέλμουτ Κολ, είδαν την κρίση σαν ευκαιρία: γιατί να μη μετατρέψουμε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα σε κάτι πολύ ριζοσπαστικότερο –μιαν Οικονομική και Νομισματική Ενωση;

Και τι μας εμποδίζει, τώρα που οι ψυχροπολεμικοί επικυρίαρχοι σιγά σιγά τα μαζεύουν και φεύγουν γι’ αλλού, να μετατραπούμε σταδιακά σε μια πολιτική Ενωση, με κοινή μεταναστευτική πολιτική (αυτό που αργότερα εξελίχθηκε στη Ζώνη Σένγκεν), κοινή εξωτερική πολιτική, κοινή αστυνομία, ακόμη και ευρω-στρατό; Γιατί να μη θάψουμε μια και καλή το τσεκούρι των δύο Παγκοσμίων και να φτιάξουμε παρέα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης -ένα ειρηνικό περιβάλλον κοινής ανάπτυξης και ευημερίας;

Σήμερα ξέρουμε πως όλα αυτά ήταν παραμύθια της -Ολλανδέζας– Χαλιμάς. Η κρίση του 2008 γκρέμισε όλα τα χαρτονένια σκηνικά της ευρωπαϊκής Τσινετσιτά και μείναμε αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα ενός αδυσώπητου οικονομικού πολέμου.

Στην ευρωπαϊκή Φάρμα των Ζώων, που με κόπο όλοι μας κατασκευάσαμε, βλέπετε, είμαστε όλοι ίσοι, αλλά κάποια ζωάκια είναι πιο ίσα από τα άλλα –για την ακρίβεια, κάποια τρώνε τον αγλέουρα και κάποια έχουν χάσει τις δουλειές, τις συντάξεις και τα σπίτια τους και κοιμούνται κάθε βράδυ πεινασμένα.

Φυσικά, το πρόβλημα παραμένει πρωτίστως ταξικό και δευτερευόντως εθνικό: είναι λάθος να προσωποποιούμε τα όσα τρομακτικά συμβαίνουν στη χώρα και την ήπειρό μας σε έναν άνθρωπο (Σόιμπλε) ή έναν λαό, τον γερμανικό, λες και οι υπόλοιπες ελίτ είναι άμοιρες ευθυνών.

Και μάλιστα τη στιγμή που και οι λεγόμενες ισχυρές χώρες, οι κλειδοκράτορες του ευρώ σαν τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, έχουν σήμερα πολύ περισσότερους φτωχούς απ’ ό,τι το 1991, καθώς και οι δικές τους κοινωνίες πληρώνουν το κατά Στίγκλιτς «Τίμημα της Ανισότητας».

Η ηγεμονική της δύναμη, η Γερμανία της Ανγκελα και του Σόιμπλε, έκανε επισήμως πριν από ένα μήνα ρεκόρ στους ανθρώπους που (ψευτο-)ζουν από τα βοηθήματα της πρόνοιας...

Γιατί όμως να τα λέω εγώ; Παραχωρώ ταπεινά το «μικρόφωνο» της στήλης σε έναν πραγματικό ειδικό, τον νομπελίστα Αμερικανό οικονομολόγο Τζόζεφ Στίγκλιτς, που προέβλεψε έγκαιρα όσα σήμερα συμβαίνουν, πολύ πριν συμβούν.

Αυτές τις μέρες διαβάζω με πάθος το τελευταίο του βιβλίο (με τον εύγλωττο τίτλο «ΕΥΡΩ: Πώς ένα κοινό νόμισμα απειλεί το μέλλον της Ευρώπης», που κυκλοφορεί εδώ και δύο εβδομάδες και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος), όπου ξεμπροστιάζει για πολλοστή φορά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική:

«Σαν φλεβοτόμοι του Μεσαίωνα, η Γερμανία και οι συνεργοί της στην ευρωζώνη υποστηρίζουν ότι πρέπει να διατηρηθεί η ίδια πορεία. Αυτό που χρειάζεται, λένε, είναι περισσότερη λιτότητα και περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Με αυτή την πορεία απλώς θα συνεχιστεί η σημερινή ταλαιπωρία.

»Ισως τα πράγματα να βελτιωθούν κάπως. Αλλά με βάση οποιοδήποτε κριτήριο –εξαιρουμένης της σύγκρισης με τον πυθμένα της ύφεσης– η επίδοση της Ευρώπης είναι θλιβερή, και δεν πρόκειται να αλλάξει.

»Στις χώρες της κρίσης πολλοί έχουν επιβιώσει μόνο και μόνο τρώγοντας τις αποταμιεύσεις τους, κάποιοι πουλώντας τα ασημικά της οικογένειας, άλλοι πουλώντας το σπίτι τους. Ομως πρόκειται για στρατηγική απλής επιβίωσης, χωρίς ελπίδα»...

Και συνεχίζει, αναφερόμενος στα βάσανα του λαού μας:

«Όπως η Ελλάδα έχει γίνει παράδειγμα προς αποφυγήν για τα μέλη της ευρωζώνης σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά της, έτσι και το ελληνικό πρόγραμμα έχει γίνει παράδειγμα προς αποφυγήν σε ό,τι αφορά τα λάθη της τρόικας.

»Οι κανόνες της ευρωζώνης δεν υπαγόρευαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να διαταχτεί να περάσει από ένα τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα σε ένα εξωφρενικά υψηλό πλεόνασμα 4,5% μέσα σε ελάχιστα χρόνια.

»Ούτε υπαγόρευαν τις σκληρές πολιτικές κατασχέσεων, που βύθισαν όλο και μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού στη φτώχεια. Το ίδιο ισχύει για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

»Ως εναλλακτική λύση στις επιφανειακές, παρελκυστικές και αντιπαραγωγικές μεταρρυθμίσεις που προωθούσε η τρόικα, υπήρχαν κάποιες ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να έχουν βάλει την Ελλάδα σε πορεία κοινής ευημερίας.

»Η χώρα δεν θα γινόταν ποτέ τόσο πλούσια όσο η Γερμανία, αλλά δεν θα αντιμετώπιζε και την απόλυτη φτώχεια και την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα».

(...)

«Διαβάζοντας τα διαδοχικά μνημόνια συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και τρόικας, μένει κανείς άφωνος: οι προβλέψεις τους ήταν σταθερά εσφαλμένες, αλλά διατυπώνονταν με απόλυτη βεβαιότητα. (...) Επρόκειτο, άραγε, για παράλογη αισιοδοξία, μια πίστη ότι η κατάσταση πράγματι θα εξελισσόταν έτσι;

»Ή επρόκειτο για υποκρισία των γραφειοκρατών –που ήξεραν τι έπρεπε να πουν και ελάχιστα ενδιαφέρονταν για την ανακολουθία μεταξύ της πραγματικότητας και των λόγων τους; Πείτε το γνωστική ασυμφωνία σε γενναίες δόσεις, ή ανεντιμότητα, αν προτιμάτε».

Εμένα προσωπικά η ανεντιμότητα, μεγάλε δάσκαλε και αληθινέ προφήτη Τζόζεφ, μου κάνει καλύτερα. Και η αχόρταγη λαιμαργία των αφεντικών.

Και το απύθμενο θράσος «πολιτικών» σαν τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, τον μοναδικό από τους συνυπογράψαντες τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ως νεαρός τότε υπουργός Οικονομικών (και μετέπειτα πρωθυπουργός για...18 χρόνια) του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού πλυντηρίου βρόμικου χρήματος, του Λουξεμβούργου, που παραμένει και σήμερα στα πράγματα και τολμά να μιλά ακόμη για ευρωπαϊκή ιδέα και άλλα κουραφέξαλα, την ώρα που οι λαοί της Ευρώπης ακούνε πια «Βρυξέλλες» και το βάζουν στα πόδια, με τον ευρωσκεπτικισμό να χτυπάει ταβάνι!
 
Πηγή : Εφημερίδα των Συντακτών 10/12/2016